σιτόσπαρτος

σιτόσπαρτος
η , ο [ος , ον ] засеянный пшеницей

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "σιτόσπαρτος" в других словарях:

  • σιτόσπαρτος — η, ο, Ν (για τόπο) σπαρμένος με σιτάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίτος + σπαρτος (< σπαρτός < σπείρω), πρβλ. ανθό σπαρτος. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν τού Ν. Κοντοπούλου] …   Dictionary of Greek

  • σίτος — ο / σῑτος, ΝΜΑ, και ετερόκλ. τ. πληθ. τά σίτα, Α το σιτάρι νεοελλ. φρ. «συγκέντρωση σίτου» η από το κράτος αγορά τής ετήσιας εγχώριας σιτοπαραγωγής σε τιμές ανώτερες τών εισαγόμενων από το εξωτερικό σιτηρών με στόχο αφ ενός την προστασία τού… …   Dictionary of Greek

  • σιτόσπορος — ον, Α σιτόσπαρτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῖτος + σπορος (< σπόρος < σπείρω), πρβλ. μηλό σπορος] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»